Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Πάντα μιλούσε για τους άλλους.






Πάντα μιλούσε για τους άλλους.

Ήταν πιο εύκολο.

Για εκείνη δεν έλεγε τίποτα.

Τίποτα.

Σε κοίταζε και χαμογελούσε  μόνο.

Κι έπαιζε με τα δάχτυλά της.

Όταν έφευγε,

με βήματα γρήγορα,

άγγιζε με τα δάχτυλά της τους τοίχους.

Και μετά, περιμένοντας στο φανάρι,

τα έγλειφε.

Είχε πολλή σκόνη μέσα της.

Τόση που τους χειμώνες σκονιζόταν τα τζάμια

όταν κοντά τους ανέπνεε.

Και τα καλοκαίρια γινόταν άμμος η αναπνοή της.

Μια νύχτα καλοκαιρινή, μου είπαν, πλάνταξε

ένας αγαπημένος της όταν τον φίλησε.

Ξερνούσε άμμο και θάλασσες σκονισμένες

μέρες πολλές.

Και την φοβήθηκε.

Και την άφησε μόνη.

Από τότε σκεπάζεται άσπρους φράκτες θαλασσινούς.

Και σωπαίνει .

Περιμένει

έναν που να χει σκόνη μέσα του.

Και να μην το ξέρει.

γ.β.

4 σχόλια:

  1. με ένα ποίημα εξαιρετικό καλή αρχή στο blog σου,καλό κατευόδιο στα δημιουργήματα σου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πως να μη δεις τη βροχή μ άλλο μάτι ; Όσο να πεις είναι '' κάτι '' !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή